Εννέα. Εννέα, λέμε. Εννέα, όπως οι «9» μούσες. Αυτές που χορεύουν, τραγουδούν, παίζουν λύρες, κιθάρες, φλογέρες, κάνουν θέατρο και εξορκίζουν τις συμφορές. Εννέα και δύο οικογένειες, δηλαδή οκτώ κι ένας, επτά και δύο, πέντε και τέσσερα, έξι και τρία. Το «9» της συνάντησης. Αν δηλαδή η μία οικογένεια έχει έξι μέλη και η άλλη τέσσερα, ο δέκατος παίρνει τον μουτζούρη. Είναι μαγικός και ο αριθμός «9». Έτσι λένε οι λαογράφοι. Τι ειρωνεία είναι το «9» των Μουσών, να μπλέκεται με τον κορωνοϊό, που σιχαίνεται τη live μουσική, το θέατρο και τους χορούς;
Μοιάζουν αυτά τα Χριστούγεννα τόσο μπερδεμένα, τόσο αλλόκοτα. Σαν εξωγήινα. Σαν να γεννήθηκε ο Χριστός πέρυσι και θα ξαναγεννηθεί του χρόνου. Τότε που δεν ήταν υπό περιορισμό οι οικογένειες και τα μεγάλα τραπέζια.
Και ξάφνου αναπολώ χριστουγεννιάτικα τραπέζια που ήμασταν πολλοί παραπάνω από εννιά. Μπορεί να ήμασταν και 21 και 27 και 49. Κι όταν λέγαμε ότι θα έρθουν κι άλλοι, εννοούσαμε κι άλλοι συγγενείς. Κι εννοούσαμε γείτονες. Και φίλους. Και μαζεύονταν και ηλικιωμένοι και μωρά και χωρούσαν όλοι. Γιατί κάποιος έφερνε τον αδερφό της συντρόφου του και εκείνος τη δική του γυναίκα. Και κανείς δεν έπαιρνε τον μουτζούρη.
Και κάπως έτσι πάλι δεν χωρούσαμε στα τρία τραπέζια, που είναι η ρίζα του εννιά. Και κάποια Χριστούγεννα, όταν πολύ μεγαλώσαμε, έφυγαν κι οι παππούδες. Κι ύστερα έφυγε κι ο πατέρας. Κι αναχώρησε κι η θεία μου για ταξίδι μακρινό κι αγύριστο. Και πάλι μεγαλώσαμε γιατί είχαμε αποκτήσει παιδιά και ορισμένοι πια κοντεύουν ν’ αποκτήσουν κι εγγόνια. Κι άλλοι δεν παντρεύτηκαν και δεν απέκτησαν παιδιά. Μα, κι αυτοί χωρούσαν κι οι σύντροφοί τους και οι δικοί των συντρόφων τους κι ας μην είχε ο μήνας «9».
Κι οι «πυρηνικές» οικογένειες, οι παραδοσιακές με τον σύζυγο και τα δυο παιδιά άλλαξαν, μετά το πρώτο διαζύγιο. Κι ήρθαν και νέοι σύντροφοι. Κι άλλα παιδιά. Και κάποιοι νέοι σύντροφοι είχαν κι αυτοί τα δικά τους παιδιά, που είχαν δικές τους παρέες και δικούς τους συντρόφους.
Και τώρα; Τώρα, που δεν συναντιόμαστε, παρά μόνο στα πεταχτά λέμε μια μπαλκονάτη καλημέρα. Μία καλημέρα γεμάτη από μνήμες άλλων Χριστουγέννων. Κι είναι και η φίλη μου η Χριστίνα, που κάθε Χριστούγεννα μας μάζευε για τραπέζι. Και το μεσημέρι τρώγαμε με τους δικούς της και το βράδυ με τους φίλους από τα δημοσιογραφικά γραφεία.
«Εννιά», λοιπόν, για το καλό μας. Εννιά με τις μασκούλες μας και πού να τρέχεις τώρα, που έχει και κορωνοϊό. Εθνικό πένθος είναι. Ευρωπαϊκό. Παγκόσμιο. Σαν να κλαίμε του μακαρίτη τα εννιάμερα. Σαν να λέμε Πέλλα και Θεσσαλονίκη.
Μα, κόντρα στους νόμους του πένθους, στολίσαμε. Και βάλαμε κι ωραία λαμπιόνια. Γιατί θέλουμε να το εξορκίσουμε το κακό. Και μουσική βάλαμε. Στολίσαμε γιατί θέλαμε να είμαστε όλοι μαζί και του χρόνου. Να μην κολλήσει κανείς. Κι ας έσκασε ο γιος μου, που ο Άγιος Βασίλης είναι μεγάλος άνθρωπος και δεν μπορεί να ταξιδέψει λόγω πανδημίας.
Κάπως είναι τα φετινά Χριστούγεννα. Α, ναι, άνοιξαν τα βιβλιοπωλεία. Κι οι εκκλησιές κάπως άνοιξαν. Α, ναι, έρχεται και το εμβόλιο. Και πάνω που έρχεται, βγήκε νέο στέλεχος, το σιχαμένο. Αλλά στο τραπέζι δεν θα κάτσουμε ούτε 21 ούτε 3. Εννιά. Δύο οικογένειες το πολύ. Ο σύντροφος είναι από τρίτη οικογένεια, τα παιδιά του από τέταρτη, αν μένουν με τη μάνα τους πιάνονται;
Μπερδεύτηκα, κύριε Πέτσα μου. Να μας ξαναμετρήσω λέω. Η γιαγιά πιάνεται ή να την αφήσω στο σπίτι κι ας μένουμε μαζί! Η κουμπάρα για συγγενής πιάνεται; Ή θέλω χαρτί από το ληξιαρχείο; Κύριοι λοιμωξιολόγοι μου, πείτε μου αν είμαστε 3 οικογένειες, αλλά είμαστε 9 πού είναι το πρόβλημα; Κι αν λέμε έχεις 4 αδέρφια κι αυτά έχουν παιδιά, αν είναι ανύπαντρα είναι μία οικογένεια, αλλά αν είναι παντρεμένα 4 χωρίς παιδιά; Αχ, ξεμπερδέψτε με.
Αυτό το «9» πολύ με μπέρδεψε. Αχ, κύριε Κορωνοϊέ μου, πού να μη σας πω καμιά κουβέντα, άνω-κάτω μας κάνατε τις ζωές μας. Και σ’ αυτούς που είναι πλημμυροπαθείς, σεισμοπαθείς, άφραγκοι, άστεγοι, μετανάστες ακόμη χειρότερα. Το καταλάβαμε πως παλεύουμε για πράγματα ανούσια. Ήταν σημαντικό μάθημα, μα φτάνει, κύριε Κορωνοϊέ μου. Σώνει, το παραξηλώσατε.
Το πήραμε το μήνυμα, λέμε. Τότε που χορεύαμε, γελάγαμε, κλαίγαμε ο ένας στον ώμο του άλλου και τώρα δεν μπορούμε ούτε καν να το σκεφτούμε ότι αγκαλιαζόμαστε. Και τώρα δεν μπορούμε ούτε να κλάψουμε, γιατί έφυγε κι ώμος. Ανάθεμά σε, Κορωνοϊέ. Και τρέχουμε να ξαναμπούμε μέσα στο σπίτι, αν δεν έχουμε πάρει μάσκα μαζί μας, αν δεν έχουμε στείλει μήνυμα, αν δεν πάρουμε ταυτότητα. Μας αλλάξατε τα φώτα, κύριε Κορωνοϊέ μου, μας δείξατε τι σημαίνει φόβος, αλλά και διαχείριση του φόβου. Το εμπεδώσαμε. Σώνει. Δεν την παλεύουμε άλλο.
Σαν φρικαλέα κωμωδία μοιάζει. Ναι, «κοινωνική φούσκα» σκέτη. Μπερδεύτηκα, που θα καθόμαστε στο οικογενειακό τραπέζι και θα περιμένουμε να σηκωθούν οι πρώτοι για να έρθουν οι επόμενοι, να μη συγχρωτιστούμε οι «9». Ή μήπως να κάνουμε τραπέζι με δόσεις; Μπερδεύτηκα που μπορεί να εισβάλουν αστυνομικοί στο σπίτι να πιάνουν τον 10ο που κρύφτηκε στο μπάνιο. Ή μήπως στην ντουλάπα; Ή καλύτερα στην ταράτσα; Πείτε μου εδώ και τώρα, κύριε αστυνομικέ μου.
Μπερδεύτηκα και δεν ξέρω πόσα απολυμαντικά και πόσες μάσκες να πάρω. Αντί για κρασιά, θα μετράω μάσκες. Αντί για μαχαιροπίρουνα, θα μετράω απολυμαντικά. Μπερδεύτηκα αν πρέπει να φοράω κουκούλα, για να υποδεχτώ τους άλλους 8. Μπερδεύτηκα, που ο μπαμπάς του δικού μου παιδιού λείπει και ξέμεινε στις ελιές και στους παππούδες. Μπερδεύτηκα που πια όλα τα «σ’ αγαπάω», «σε θέλω», «μου λείπεις», «να ’σαι καλά», τα λέω από μία βιντεο-οθόνη, ένα ηλεκτρονικό μήνυμα και θα έρθουμε κοντά οι «9» και δεν θα ξέρω πώς να φερθώ. Μπερδεύτηκα που ονειρεύομαι ταξίδια μαγικά ως την Τζαμάικα, αλλά δεν μπορώ να πάω ούτε στο σπίτι μας στο χωριό κι ας είμαστε οι «3» μας. Αχ, τρέλα με πιάνει να χαιρετώ με τους αγκώνες.
Μπερδεύτηκα, που στολίστηκε το δέντρο της Βουλής αλλά μοιάζει τόσο όμορφο και τόσο μοναχικό. Και δεν θυμάμαι άλλη χρονιά να είναι τόσο βουβά τα Χριστούγεννα, μέσα στη Βουλή, αντί για παιδικά γέλια και τρίγωνα - κάλαντα. Και μπερδεύτηκα, γιατί πια δεν θα γκρινιάξω, τι ωραία τραπέζια που κάνουν στους άστεγους του δήμου, ενώ τις υπόλοιπες μέρες υποκρινόμαστε όλοι μας πως δεν είναι άστεγοι και τους ξεχνάμε.
Ναι, μα την αλήθεια, μπερδεύτηκα που η αγάπη, η αστεφάνωτη δεν βρίσκει λόγο να ζήσει. Κάτσε, αγάπη, στη θέση σου. Κάτσε. Στοπ λέει ο εγκέφαλος, που πήραν τα μυαλά σου αέρα. Είπαμε εννιά και χωρίς αγκαλιές. Εννιά κι από μακριά. Εννιά και θα απαγορεύεται κι η κυκλοφορία.
Και σκέφτηκα πως τέτοια Χριστούγεννα δύσκολα δεν υπάρχουν για τους μοναχικούς ανθρώπους. Γι’ αυτούς που δεν έκαναν οικογένεια. Ακόμη χειρότερα, γι’ αυτούς που έκαναν οικογένεια αλλά την έχασαν. Γι’ αυτούς που χώρισαν χρονιάρες μέρες με τον σύντροφό τους και θα ’ναι μία οικογένεια μόνοι τους και δεν θα τους καλεί κανείς. Αυτούς που είναι άρρωστοι μες στα Χριστούγεννα και φοβούνται για τη ζωή τους. Αυτούς που δεν μπόρεσαν μήτε να απλώσουν το χέρι στους δικούς τους και να τους κλείσουν τα μάτια. Αυτούς που ούτε το εννιά ούτε το δέκα τους πιάνει, γιατί είναι μόνοι είτε από επιλογή ή γιατί έτσι τα ’φερε ο Γιαραμπής.
Κι ύστερα ξύπνησα. Κι ήρθε ο γιος μου και μου έφερε την ωραιότερη κούπα της ζωής μου, γιατί είχε ζωγραφίσει τόσο όμορφα λόγια. Και μου έφερε το δώρο μου, που δεν είναι από το «Πάτα το και φύγε». Και μπερδεμένη ξύπνησα, γιατί πια δεν θα δοκιμάζω το ρούχο που βγήκε δυο νούμερα μεγαλύτερο, αλλά δεν βρίσκω μοδίστρα να το κοντύνω. Ούτε τα παπούτσια να μη σου χωράνε και να τα πηγαινοφέρνεις. Κι έφαγα έναν κουραμπιέ πασπαλισμένο με μπόλικη ζάχαρη κι ας μ’ αρέσουν περισσότερο τα μελομακάρονα. Κι είχα κάνει, λέει, το εμβόλιο για τον κορωνοϊό. Κι είχαμε εμβολιαστεί όλοι μας.
Κι αυτή η τρέλα είχε λήξει. Και δεν γέμιζαν οι ΜΕΘ των νοσοκομείων. Και δεν κινδύνευαν οι γιατροί και οι νοσοκόμες. Και δεν τσακώνονταν για τα χάλια της δημόσιας υγείας στη Βουλή κι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ξανάρχισαν να δουλεύουν. Και δεν περιμέναμε με αγωνία, αν θα βγει νέο rapid test. Και δεν περιμέναμε τις ταχυμεταφορές να φέρουν το δώρο του Άη-Βασίλη, που έσκασε ο γιος μου γιατί δεν του φέρνει κανονικό δώρο αλλά του αφήνει λεφτά. Και δεν χρειαζόταν, λέει, να στέλνω μήνυμα για να πάω στο περίπτερο ή να περπατήσω. Και κάναμε πάλι μαζί Χριστούγεννα. Και κράτησαν κι άλλα παιδιά οι παππούδες στις αγκαλιές. Και ήρθε κι άλλος κόσμος. Και ανοίξαμε τις πόρτες κι έγιναν οι καρδιές μας πιο φωτεινές. Κι αγκαλιαστήκαμε κανονικά. Ναι, κανονικά. Και φιληθήκαμε κανονικά. Σαν άνθρωποι. Χωρίς αγκώνες. Χωρίς απολυμαντικά. Χωρίς μάσκες. Με τρίγωνα. Γιατί απλά κάτι μάθαμε. Ότι τα σπουδαία δεν χρειάζονται μόνο λεφτά. Υγεία, λοιπόν. Και καλά Χριστούγεννα, λοιπόν. Τα κεφάλια μέσα. Για το καλό μας. Και πάλι. Τι ακριβώς είναι το «9» είπαμε;